Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2012

Πολλαπλασιασμός δεκαδικών αριθμών

Για να πολλαπλασιάσουμε δύο δεκαδικούς αριθμούς μεταξύ τους ή έναν δεκαδικό μ' έναν ακέραιο, τότε:
πολλαπλασιάζουμε μεταξύ τους τους αριθμούς, όπως και στους ακεραίους και στο αποτέλεσμα βάζουμε υποδιαστολή μετρώντας από δεξιά προς τα αριστερά τόσα ψηφία όσα ήταν συνολικά τα δεκαδικά ψηφία στους δύο αριθμούς.

χαρταετοί

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2012

24. Η κρίση της εικονομαχίας διχάζει τους Βυζαντινούς


Παράδειγμα εικονοκλαστικής διακόσμησης 
στο ναό της Αγίας Ειρήνης στην Κωνσταντινούπολη: 
Ένας απλός σταυρός

http://www.ime.gr/chronos/09/gr/p/610/main/p4e.html
ερωτήσεις για την κατανόηση του κειμένου
Ποιες ήταν οι αιτίες της εικονομαχίας;
Ποιες ήταν οι αντιμαχόμενες παρατάξεις και τι υποστήριζαν;
Πόσο διήρκεσε ο διχασμός και ποια  ήταν τα αποτελέσματά του;
Πώς σταμάτησε η εικονομαχία;

Στο κείμενο 6 (ΒΜ σελ. 74) η σύγχρονη ιστορικός Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ αμφισβητεί την αντικει­μενικότητα των εικονολατρικών μαρτυριών. Διαβάστε τα κείμενα 3, 4 και 5 του Θεο­φάνη (ΒΜ σελ. 74), παρατηρήστε και την εικόνα 1, και εντοπίστε στοιχεία φανατισμού που στηρί­ζουν την άποψή της.

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012

Κρι-κρι

Το κρι-κρι(Capra aegagrus creticus), μερικές φορές αποκαλούμενο κρητική αίγα, αγρίμι ή κρητικό αγριοκάτσικο, θεωρείται υποείδος του αγριοκάτσικου. Το κρι-κρι είναι ένα μεγάλο οπληφόρο θηλαστικό γηγενές της ανατολικής Μεσογείου το οποίο σήμερα βρίσκεται μόνο στην Κρήτη και τρία μικρά νησάκια κοντά της (νήσοι Δία, Θοδωρού, και Άγιοι Πάντες).
Το κρι-κρι έχει ανοιχτόχρωμη καφέ γούνα με μια πιο σκούρα λωρίδα γύρω από το λαιμό του. Έχει δύο κέρατα τα οποία διευθύνονται προς τα πίσω. Στο φυσικό τους τόπο είναι ντροπαλά και ξεκουράζονται στη διάρκεια της ημέρας. Αποφεύγουν τους τουρίστες και κάνουν μεγάλα πηδήματα ή ανεβαίνουν απότομες πλαγιές χωρίς πρόβλημα.
Το κρι-κρι δεν θεωρείται αυτόχθων της Κρήτης, αλλά εισήχθη στη Μινωική εποχή. Πάντως, δεν εμφανίζεται πουθενά αλλού και συνεπώς θεωρείται ενδημικό είδος της Κρήτης. Παλιότερα ήταν κοινό σε όλο το Αιγαίο αλλά το τελευταίο του καταφύγιο είναι στις κορυφές των Λευκών Ορέων στη δυτική Κρήτη – ιδιαίτερα σε μία σειρά σχεδόν κατακόρυφων βράχων 900 μέτρων στο φαράγγι της Σαμαριάς. Το φαράγγι έχει ανακηρυχθεί Εθνικός Δρυμός για να προστατευθεί η σπάνια πανίδα και χλωρίδα του. Φιλοξενεί άλλα 14 ενδημικά ζωικά είδη και προστατεύεται από την UNESCO ως Απόθεμα της Βιόσφαιρας (Biosphere Reserve).

Το 1960, το κρι-κρι ήταν απειλούμενο είδος με καταγεγραμμένα λιγότερα από 200. Ήταν η μόνη πηγή κρέατος για τους αντάρτες την εποχή της Κατοχής στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η απειλή για το κρι-κρι ήταν ο κυριότερος λόγος ανακήρυξης της Σαμαριάς ως εθνικού δρυμού στις αρχές της δεκαετίας του '60. Υπάρχουν ακόμα μόνο περί τα 2000 ζώα στο νησί και θεωρούνται ακόμα απειλούμενα: τα βοσκοτόπια σπανίζουν και ασθένειες τα προσβάλλουν. Η ανάμειξη με την κοινή αίγα είναι όμως ο μεγαλύτερος κίνδυνος. Το κυνήγι τους απαγορεύεται αυστηρά στο νησί ενώ επιτρέπεται κατόπιν ειδικής αδείας από το δασαρχείο Ηρακλείου στο νησάκι Δία.
Ιωάννα

Θαλασσαετός (Haliaaetus albicilla), Στεπογέρακο (Falco cherrug)

Θαλασσαετός (Haliaaetus albicilla)
Είναι ένας από τους πιο εντυπωσιακούς αετούς της Ελλάδας με άνοιγμα φτερών 190 – 240 εκ. και χαρακτηριστική λευκή ουρά στα ενήλικα πουλιά. Τον χειμώνα στους μεγάλους υγροτόπους της Βόρειας Ελλάδας και κυρίως στο δέλτα του Έβρου συγκεντρώνονται αρκετοί νεαροί θαλασσαετοί που έρχονται από βορειότερα για να περάσουν το χειμώνα.
Τα ζευγάρια θαλασσαετών που φωλιάζουν στη χώρα μας δεν ξεπερνούν τα 6 και βρίσκονται όλα στη βόεια και βορειοανατολική Ελλάδα.
Ο θαλασσαετός τρέφεται με ψάρια, θηλαστικά, υδρόβια πουλιά αλλά και ψοφίμια. Οι φωλιές των θαλασσαετών είναι πάντα σε δέντρα, σε παρόχθια δάση ή σε λοφώδεις περιοχές. Η αναπαραγωγική περίοδος ξεκινά πολύ νωρίς και ήδη από τα μέσα Φεβρουαρίου κλωσάει αυγά. Όπως όλα τα μεγάλα αρπακτικά είναι είδος που υπερασπίζεται την επικράτεια του. Πριν ξεκινήσει η φωλεοποίηση το ζευγάρι κάνει γαμήλιες πτήσεις που περιλαμβάνουν μεγάλους κύκλους ψηλά στον ουρανό, απότομες βουτιές του πάνω πουλιού προς τα κάτω, άγγιγμα των ποδιών, καθώς κι έντονα καλέσματα κοντά στη φωλιά.
Στεπογέρακο (Falco cherrug) 


Το Στεπογέρακο είναι μεγαλόσωμο γεράκι που έχει παρατηρηθεί και φωτογραφηθεί στο παρελθόν στην Κατάκαλη. Πρόκειται για είδος που έχει παρατηρηθεί ελάχιστες φορές στην Ελλάδα. Δεν φαίνεται ότι αποτελεί τακτικό επισκέπτη, αλλά λόγω του ότι δεν γίνεται εύκολα αντιληπτό, και του ότι δεν βρίσκονται συχνά έμπειροι στην αναγνώριση αυτού του είδους ορνιθολόγοι στην περιοχή, είναι εντελώς άγνωστη η συχνότητα παρουσίας του. Ανήκει στην τάξη ιερακόμορφα.

Περιγραφή: Τα ενήλικα έχουν άσπρο κεφάλι, με μικρές σκούρες πιτσιλιές ή χρώματα. Τα μουστάκια του προσώπου είναι μικρά και ασαφή. Το πάνω μέρος του σώματος είναι σκούρο καφέ ενώ το κάτω είναι άσπρο με πολλές σκούρες καφέ κηλίδες, ιδίως στην κοιλιά και στους μηρούς. Τα νεαρά είναι πιο σκούρα, ιδίως στο κάτω μέρος. Κήρωμα και πόδια γκριζογάλανα σε μικρή ηλικία και κίτρινα στα ενήλικο.
Γενικά χαρακτηριστικά: Είναι το μεγαλύτερο γνήσιο γεράκι της χώρας μας και μόνο με τον Χρυσογέρακα μπερδεύεται. Είναι πάντως πιο βαρύ τόσο στο πέταγμα όσο και όταν κυνηγάει, γι" αυτό άλλωστε και προτιμάει πιο αργοκίνητη λεία από τα αλλά γεράκια. Περνάει πολλές ώρες καθισμένος στο χώμα και συχνά πετάει χαμηλά πάνω από το έδαφος. Χρησιμοποιείται πολύ από τους Μουσουλμάνους Ιερακοθήρες και κυρίως για το κυνήγι των αγριόγαλων.
Οικότοπος: Είναι αρπακτικό των ανοιχτών εκτάσεων της Ευρασίας. Προτιμάει κυρίως στέπες, μισοδασωμένες πεδιάδες, χαμη­λούς λόφους και, πιο σπάνια, ψηλά οροπέδια. Το χειμώνα συχνάζει κυρίως σε υγρότοπους.
Βιολογία: Δείχνει φανερή προτίμηση στα τρωκτικά και ιδιαίτερα στους Σπερμόφιλους (C. citellus).
Τρέφεται επίσης με πολλών ειδών πουλιά μεσαίου ή και μεγάλου μεγέθους καθώς και ερπετά. Φωλιάζει σε δένδρα ή σε βράχους, συνήθως δε καταλαμβάνει τη φωλιά κάποιου κορακοειδούς. Αρχές του Απρίλη γεννάει 4-5 αυγά πού τα κλωσάει μόνο το θηλυκό για 28-30 ήμερες. Όταν υπάρχει αρκετή τροφή επιζούν όλα τα μικρά, πού κάνουν το πρώτο τους πέταγμα στην ηλικία των 40-45 ήμερων.
Κατάσταση στην Ελλάδα: Είναι πολύ πιθανόν ότι ο Κυνηγογέ­ρακας φωλιάζει κάπου στη Β. Θράκη αλλά αυτό δεν έχει ακόμη αποδειχθεί. Είναι πάντως σπάνιος στην χώρα μας και λίγα μόνο άτομα ξεχειμωνιάζουν στους μεγάλους υγρότοπους της Β. Ελλάδας ή απλώς περνάει κατά τη μετανάστευση του.

Στέργιος

Ερημοσφυριχτής

Ο Ερημοσφυριχτής είναι ένα μεσαίου μεγέθους παρυδάτιο πουλί που φωλιάζει σε στεππικές και ημιστεππικές εκτάσεις, από τα υψίπεδα της ανατολικής Τουρκίας μέχρι την κεντρική Ασία. Αμέσως μετά την αναπαραγωγή μεταναστεύει σε μεγάλες αποστάσεις και ξεχειμωνιάζει κυρίως στις ακτές της ανατολικής Αφρικής, του Ινδικού Ωκεανού και της Αυστραλασίας. Λίγα δε άτομα ξεχειμωνιάζουν στην ανατολική Μεσόγειο. Ο παγκόσμιος πληθυσμός του είναι δύσκολο να εκτιμηθεί λόγω της τεράστιας και ακανόνιστης γεωγραφικής κατανομής του. Υπολογίζεται σε 180.000-360.000 άτομα (κατηγορία Least Concern στην IUCN Red List)1.
Στη δυτική Παλαιαρκτική αναγνωρίζονται 2 υποείδη: το C.l.columbinus (από κεντρική Μικρά Ασία, Συρία, Καυκάσια και Ιράν ως το δυτικό Αφγανιστάν) και το C.l.crassirostris (από τη λίμνη Κασπία ως τη λίμνη Ζαϊσάν).
Η πρώτη επιβεβαιωμένη καταγραφή του για την Ελλάδα είναι πιθανόν να μην είχε γίνει ποτέ ή να καθυστερούσε για περισσότερο από μισό αιώνα. Στις 23 Δεκεμβρίου 1900, ο κύριος Merlin ο νεώτερος, συνέλεξε ένα «ηλικιωμένο θηλυκό άτομο με πλήρες χειμερινό πτέρωμα» κάπου…κοντά στη Λαμία. Το αναγνώρισε σαν Αμμοσφυριχτή (Charadrius hiaticula ή -καλύτερα- Aegialitis hiaticula όπως ήταν τότε η επιστημονική του ονομασία) και το έστειλε μαζί με άλλα δείγματα στον W.Schlüter, ιδιοκτήτη του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας της γερμανικής πόλης Halle. Ο τελευταίος διέκρινε ότι η ανοιχτόχρωμη γκριζοκαστανή ταινία στο στήθος δεν διακόπτονταν και υπέθεσε ότι ίσως επρόκειτο για κάποιο ασιατικό είδος σφυριχτή, που εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε ευρωπαϊκό έδαφος. Λίγο αργότερα ο Dr Otmar Reiser επιβεβαίωσε την υποψία του: το πουλί άνηκε στο είδος Eudromias geoffroyi, η επιστημονική ονομασία της εποχής εκείνης για τονCharadrius leschenaultii. Δυστυχώς μέχρι σήμερα και παρόλες τις προσπάθειες, δεν γνωρίζουμε την τύχη αυτού του δείγματος.
Νεαρό άτομο, Νάξος, Αύγουστος 2006 (Χρήστος Βλάχος)
Έπρεπε ωστόσο να περάσουν 54 ολόκληρα χρόνια για να καταγραφεί και πάλι το είδος στην Ελλάδα. Στα τέλη του καλοκαιριού του 1954, ο Αμερικανός ορνιθολόγος George Elder Watson επισκέφτηκε τους υγροτόπους του Μεσολογγίου. Εκεί το διήμερο 30 και 31 Αυγούστου παρατήρησε 2 άτομα του είδους. Λίγες μέρες αργότερα, στις 16 Σεπτεμβρίου, βρέθηκε στην ίδια σχεδόν περιοχή με τον Merlin, στην Αγία Τριάδα Φθιώτιδας, ένα χωριό κοντά στις εκβολές του Σπερχειού ποταμού, λίγα χιλιόμετρα μακριά από τη Λαμία. Τότε εντόπισε ένα μικρό σμήνος από 6 Ερημοσφυριχτές και συνέλεξε 1 ενήλικο αρσενικό άτομο. Μετά από εξέταση, το καταχώρησε σαν Charadrius leschenaultii columbinus, το υποείδος που απαντάται και στην Ελλάδα. Το δείγμα βρίσκεται σήμερα στο Yale Peabody Museum (αριθμός 32524) και το σμήνος των 6 ατόμων παραμένει το μεγαλύτερο που έχει καταγραφεί ποτέ στη χώρα μας. Ακολουθούν 2 καταγραφές 5 ατόμων, το 1990 στον Αποσελέμη της Κρήτης και το 2009 στην Κλείσοβα του Μεσολογγίου.
Οι επόμενες 2 καταγραφές έγιναν στο νησί της Κω, στα Δωδεκάνησα, τον Απρίλιο του 1966 και τον Σεπτέμβριο του 1967, από τους H.Pieper και R.Koch αντίστοιχα, χωρίς όμως να δίνονται περισσότερα στοιχεία για τον αριθμό των ατόμων, τις τοποθεσίες και τις ημερομηνίες των παρατηρήσεων. Κατοπινά προστέθηκαν άλλες 6 καταγραφές, όλες από την δυτική Ελλάδα: 5 στην Αλυκή Αιγίου και 1 στο Μεσολόγγι, το χρονικό διάστημα 1989-1994. Όλες μαζί αυτές -11 συνολικά- αναγράφονται στο βιβλίο «The Birds of Greece».
Τα επόμενα χρόνια η αύξηση (έστω και μικρή) των παρατηρητών πουλιών, η ανάπτυξη των τηλεπικοινωνιών (με έμφαση στην ευρύτερη διάδοση του διαδικτύου) και ειδικά η ίδρυση της Επιτροπής Αξιολόγησης Ορνιθολογικών Παρατηρήσεων (το 2004) συνετέλεσαν στην συλλογή, αξιολόγηση και τελικά έγκριση άλλων 39 καταγραφών του είδους στην Ελλάδα, φτάνοντας στον αριθμό των 50 επιβεβαιωμένων παρατηρήσεων. Ως εκ τούτου, το είδος δεν θεωρείται πλέον σπάνιο για την Ελλάδα και δεν θα περιλαμβάνεται στον Κατάλογο των Σπάνιων Πουλιών της Ελλάδας (http://rarities.ornithologiki.gr/gr/eaop/rare_bird_list.htm).
Αναλυτικά οι καταγραφές αυτές είναι:
01. Στερεά Ελλάδα, Φθιώτιδα, Λαμία, 23 Ιανουαρίου 1900, 1 ενήλικο θηλυκό
02. Στερεά Ελλάδα, Αιτωλοακαρνανία, Μεσολόγγι, 30-31 Αυγούστου 1954, 2 άτομα
03. Στερεά Ελλάδα, Φθιώτιδα, Αγία Τριάδα, 16 Σεπτεμβρίου 1954, 6 άτομα, συλλέχθηκε 1 ενήλικο αρσενικό C.l.columbinus
04. Δωδεκάνησα, Κως, Απρίλιος 1966
05. Δωδεκάνησα, Κως, Σεπτέμβριος 1967
06. Πελοπόννησος, Αχαΐα, Αλυκή Αιγίου, 22-23 Ιουνίου 1989, 1 ενήλικο θηλυκό
07. Στερεά Ελλάδα, Αιτωλοακαρνανία, Λιμνοθάλασσα Τουρλίδα, 2-3 Αυγούστου 1989, 1 ενήλικο
08. Πελοπόννησος, Αχαΐα, Αλυκή Αιγίου, 9 Αυγούστου 1990, 1 νεαρό
09. Κρήτη, Ηράκλειο, Εκβολή Αποσελέμη, 4 Σεπτεμβρίου 1990, 5 άτομα
10. Πελοπόννησος, Αχαΐα, Αλυκή Αιγίου, 4 Αυγούστου 1991, 1 νεαρό
11. Πελοπόννησος, Αχαΐα, Αλυκή Αιγίου, 26 Ιουλίου 1994, 1 νεαρό
12. Στερεά Ελλάδα, Αττική, Λιμνοθάλασσα Σκάλας Ωρωπού, 8 Αυγούστου 1994, 1 ενήλικο
13. Πελοπόννησος, Αχαΐα, Αλυκή Αιγίου, 9 Αυγούστου 1994, 1 νεαρό
14. Πελοπόννησος, Αχαΐα, Αλυκή Αιγίου, 26 Αυγούστου 1995, 1 νεαρό
15. Κυκλάδες, Νάξος, Λιμνοθάλασσα Αλυκή, 7 Οκτωβρίου 1995, 1 άτομο
16. Κρήτη, Λασίθι, Μακρύγιαλος, 23 Μαρτίου 1997, 3 ενήλικα
17. Στερεά Ελλάδα, Αιτωλοακαρνανία, Εκβολές Εύηνου, 3 Απριλίου 1997, 1 ενήλικο αρσενικό
18. Πελοπόννησος, Αχαΐα, Αλυκή Αιγίου, 12 Αυγούστου 1997, 1 άτομο
19. Κυκλάδες, Νάξος, Λιμνοθάλασσα Γλυφάδα, 15 Αυγούστου 1997, 1 νεαρό
20. Στερεά Ελλάδα, Αιτωλοακαρνανία, Εκβολές Εύηνου, 15 Σεπτεμβρίου 1997, 1 άτομο
21. Κρήτη, Χανιά, Ελαφονήσι, 16 Ιανουαρίου 1998, 1 πρώτου χειμώνα C.l.columbinus
22. Στερεά Ελλάδα, Αττική, Λιμνοθάλασσα Σκάλας Ωρωπού, 11 Ιουνίου 1998, 1 ενήλικο αρσενικό
23. Στερεά Ελλάδα, Αιτωλοακαρνανία, Εκβολές Εύηνου, 24 Αυγούστου 1998, 1 άτομο
24. Στερεά Ελλάδα, Αιτωλοακαρνανία, Λιμνοθάλασσα Κλείσοβα, 9 Σεπτεμβρίου 1999, 1 ενήλικο θηλυκό
25. Λήμνος, Μούδρος, Κέρος, 17 Αυγούστου 1999, 1 νεαρό
26. Κυκλάδες, Νάξος, Έλος Ποταμίδες, 16 Ιουνίου 2001, 1 άτομο
27. Κυκλάδες, Νάξος, Λιμνοθάλασσα Αγίου Προκοπίου, 11 Αυγούστου 2001, 1 ενήλικο θηλυκό
28. Κυκλάδες, Νάξος, Λιμνοθάλασσα Αγίου Προκοπίου, 16 Σεπτεμβρίου 2001, 1 πρώτου χρόνου
29. Κυκλάδες, Νάξος, Λιμνοθάλασσα Αλυκή, 4 Σεπτεμβρίου - 3 Δεκεμβρίου 2002, 1 ενήλικο αρσενικό
30. Κυκλάδες, Νάξος, Λιμνοθάλασσα Αλυκή, 25 Σεπτεμβρίου - 26 Νοεμβρίου 2002, 1 ενήλικο θηλυκό
31. Κρήτη, Χανιά, Ελαφονήσι, 10 Νοεμβρίου 2004 και 9 Ιανουαρίου 2005, 1 ενήλικο
32. Κρήτη, Χανιά, Φραγκοκάστελλο, 16 Οκτωβρίου 2005, 1 ενήλικο
33. Ήπειρος, Άρτα, Λιμνοθάλασσα Κόφτρα, 9 Ιουλίου 2006, 1 νεαρό
34. Επτάνησα, Κέρκυρα, Αλυκές Λευκίμμης, 15 Ιουλίου 2006, 1 νεαρό
35. Κυκλάδες, Νάξος, Λιμνοθάλασσα Αγίου Προκοπίου, 30-31 Αυγούστου 2006, 1 νεαρό
36. Κυκλάδες, Νάξος, Λιμνοθάλασσα Αλυκή, 4-5 Οκτωβρίου 2006, 1 ενήλικο
37. Κυκλάδες, Νάξος, Λιμνοθάλασσα Αλυκή, 8 Νοεμβρίου 2006, 1 ενήλικο
38. Κυκλάδες, Νάξος, Λιμνοθάλασσα Αλυκή, 17 Δεκεμβρίου 2006 – 6 Σεπτεμβρίου 2007, 2 ενήλικα
39. Στερεά Ελλάδα, Αιτωλοακαρνανία, Λιμνοθάλασσα Κλείσοβα, 29 Σεπτεμβρίου 2007, 1 ενήλικο C.l.columbinus
40. Κρήτη, Χανιά, Βιγλιά, 12-13 Νοεμβρίου 2007, 1 ενήλικο
41. Στερεά Ελλάδα, Αιτωλοακαρνανία, Λιμνοθάλασσα Κλείσοβα, 1 Δεκεμβρίου 2007 και 13 Ιανουαρίου 2008, 3 ενήλικα C.l.columbinus
42. Κρήτη, Χανιά, Βιγλιά, 4 Ιανουαρίου και 3-5 Μαρτίου 2008, 1 ενήλικο αρσενικό C.l.columbinus
43. Κυκλάδες, Νάξος, Λιμνοθάλασσα Αλυκή, 29 Φεβρουαρίου - 1 Μαρτίου 2008, 1 πρώτου χειμώνα
44. Κυκλάδες, Νάξος, Λιμνοθάλασσα Γλυφάδα, 17 και 19 Αυγούστου 2008, 1 ενήλικο C.l.columbinus
45. Δωδεκάνησα, Κως, Λιμνοθάλασσα Τιγκάκι, 7 και 12 Σεπτεμβρίου και 5 Οκτωβρίου 2008, 1 ενήλικο
46. Κρήτη, Χανιά, Ελαφονήσι, 12 Σεπτεμβρίου 2008, 1 ενήλικο
47. Κρήτη, Χανιά, Βιγλιά, 2 Νοεμβρίου – 11 Δεκεμβρίου 2008, 1 ενήλικο C.l.columbinus
48. Κυκλάδες, Νάξος, Λιμνοθάλασσα Αλυκή, 28 Μαρτίου 2009, 1 ενήλικο
49. Κυκλάδες, Νάξος, Λιμνοθάλασσα Αλυκή, 26 Σεπτεμβρίου 2009, 1 ενήλικο
50. Στερεά Ελλάδα, Αιτωλοακαρνανία, Λιμνοθάλασσα Κλείσοβα, 15 Νοεμβρίου 2009, 5 ενήλικα
Οι περισσότερες παρατηρήσεις έχουν πραγματοποιηθεί σε υγροτόπους της νοτιοδυτικής Νάξου (15), του Μεσολογγίου και της Κρήτης (από 9), και στην Αλυκή Αιγίου . Αντίθετα, δεν έχει εντοπιστεί ακόμα στη βόρεια Ελλάδα και υπάρχουν μόνο λίγες ανεπιβεβαίωτες εμφανίσεις στη Λέσβο. Ο Αύγουστος και ο Σεπτέμβριος είναι οι καλύτεροι μήνες για να παρατηρήσετε το είδος, όταν ενήλικα και νεαρά άτομα έρχονται για να ξεχειμωνιάσουν. Μάλιστα δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις ατόμων που πέρασαν όλο τον χειμώνα στην Κρήτη ή στη Νάξο. Οι ελάχιστες καταγραφές των ανοιξιάτικων μηνών αφορούν μάλλον περιπλανώμενα άτομα.
Για την ασφαλή αναγνώριση πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στο σχετικά μεγάλο μέγεθος, στα ψηλά και όχι σκουρόχρωμα πόδια και στη ταινία στο στήθος. Ακόμα μπορούμε να πούμε ότι δεν είναι τόσο κινητικός όσο οι άλλοι σφυριχτές και δείχνει πιο άφοβος από αυτούς στην ανθρώπινη παρουσία. Τέλος, θα μπορούσε να μπερδευτεί μόνο με τον Μικρό Ερημοσφυριχτή (Charadrius mongolus), άλλο ένα ασιατικό είδος σφυριχτή, το οποίο όμως δεν έχει καταγραφεί ακόμα στην ελληνική επικράτεια.

Έλλη

Τα σπάνια πουλιά της Ελλάδας & Οι κίνδυνοι αφανισμού τους

Μέχρι σήμερα έχουν καταγραφεί στον ελληνικό χώρο 450 είδη πουλιών, αλλά η βιβλιογραφία και τα υπάρχοντα δεδομένα τεκμηριώνουν απόλυτα την ύπαρξη ή εμφάνιση 407 ειδών, ενώ η παρουσία των υπολοίπων 43 θεωρείται ανεπιβεβαίωτη λόγω έλλειψης επαρκών αποδεικτικών στοιχείων. Ο αριθμός των ειδών που φωλιάζουν στην Ελλάδα ανέρχεται σε 240 περίπου, δηλαδή το 60% του συνόλου. Τα υπόλοιπα είναι πουλιά που διαχειμάζουν, περνούν από τη χώρα μας μεταναστεύοντας ή εμφανίζονται τυχαία και ακανόνιστα.
Από την απελευθέρωση και την ίδρυση του ελληνικού κράτους μέχρι σήμερα, έχουν δημοσιευθεί περίπου 700 εργασίες για την ελληνική ορνιθοπανίδα. Αν και στη συντριπτική τους πλειοψηφία δημοσιεύθ ηκαν από αλλοδαπούς επιστήμονες, τα τελευταία 10-15 χρόνια εμφανίσθηκαν και αρκετοί Ελληνες ορνιθολόγοι που έβαζαν τις βάσεις για την ανάπτυξη της ορνιθολογίας στη χώρα μας, με ουσιαστικότερη και συστηματικότερη μελέτη των πουλιών της.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας, στην Ελλάδα απαντώνται και 10 από τα είδη πουλιών που κινδυνεύουν να εξαφανιστούν από όλο τον κόσμο. Είναι τα λεγόμενα Παγκόσμια Απειλούμενα Είδη, για τα οποία η Ε.Ο.Ε. αναφέρει:

Αργυροπελεκάνος

'Ενα καλό παράδειγμα ουσιαστικής προστασίας, αφού η φύλαξη (από την ΕΟΕ και την Εταιρεία Πρεσπών) στις δύο αποικίες αναπαραγωγής στον Αμβρακικό και στις Πρέσπες, παράλληλα με την ενημέρωση του κοινού, έχει εντυπωσιακά αποτελέσματα. Η αποικία στον Αμβρακικό έχει διπλασιαστεί σε αριθμό ζευγαριών τα τελευταία δέκα χρόνια, ενώ αυτή στις Πρέσπες έχει πρόσφατα ξεπερά σει τα 400 ζευγάρια και είναι από τις σημαντικότερες στον κόσμο.
Νανόχηνα
Μικρή και σπάνια χήνα που ξεχειμωνιάζει σε υγρότοπους της Βόρειας Ελλάδας, κυρίως στον Εβρο και στην Κερκίνη. Η πρώτη καταγραφή της κατάστασης του είδους στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 80. Η ΕΟΕ προχωρεί φέτος, στα πλαίσια του ίδιου ευρωπαϊκού προγράμματος LIFE με τη Λαγγόνα, στην προστασία του είδους μέσα από προστασία του βιοτόπου της και ενημέρ ωση του κοινού (ιδίως των κυνηγών).
Κοκκινόλαιμη χήνα 
Σχεδόν το σύνολο του παγκόσμιου πληθυσμού αυτής της χήνας ξεχειμωνιάζει στη Ρουμανία και στη Βουλγαρία, ενώ στην Ελλάδα το Δέλτα του Εβρου αποτελεί καταφύγιο σε περιπτώσεις βαρυχειμωνιάς. Αν και δεν υπάρχει συγκεκριμένο πρόγραμμα γι αυτήν, στην πράξη, θα ευνοηθεί από τα μέτρα προστασίας για τη Νανόχηνα. Βαλτόπαπια: Η πάπια αυτή συμπεριλήφθηκε πρόσφατα στον κατάλογο των Παγκόσμια Απειλούμενων Ειδών. Η ΕΟΕ έχει προχωρήσει σε απογραφή του είδους και έλαβε μέρος στη συνάντηση για την κατάρτιση του Σ.Δ. που έγινε στην Ουγγαρία τον Οκτώβριο του 1996. Προς το παρόν αναμένεται η τελική παρουσίαση του Σχεδίου Δράσης (Σ.Δ.), ώστε να καθοριστούν οι συγκεκριμένες δράσεις για την Ελλάδα.
Κεφαλούδι
Δεν υπάρχει άμεσα συγκεκριμένο πρόγραμμα για εφαρμογή του Σ.Δ. Οι πρόσφατες μεγάλες συγκεντρώσεις του είδους αυτού στη Β. Ελλάδα δημιουργούν νέες προϋποθέσεις που η ΕΟΕ εξετάζει αυτή τη στιγμή.
Στικταετός
Εκπρόσωπος της ΕΟΕ συμμετείχε στην κατάρτιση του Σ.Δ. για τα δύο είδη, σε συνάντηση που έγινε στη Λετονία το Νοέμβριο του 1996. Αναμένεται η τελική παρουσίαση του Σ.Δ., ώστε να καθοριΖ)τούν οι συγκεκριμένες ενέργειες.
Βασιλαετός
Το τελευταίο ζευγάρι στην Ελλάδα εξαφανίστηκε από το δάσος της Δαδιάς γύρω στο 1994. Ομως το 1996, ένα ζευγάρι ανακαλύφθηκε από αποστολή της ΕΟΕ σε απομονωμένη περιοχή των συνόρων. Προς το παρόν η ΕΟΕ δε δημοσιοποιεί το θέμα, καθώς η περιοχή δεν προστατεύεται και αναζητά χρηματοδότηση για τη συνέχιση της απαραίτητης έρευνας. Δυστυχώς, το ΕΚΠΑΖΠ έχει το θλιβερό προνόμιο να φιλοξενεί αρκετούς νεαρούς τραυματισμένους εκπροσώπους του είδους.
Κιρκινέζι
Το μικρό αυτό γεράκι φωλιάζει βασικά σε τρύπες και στα κεραμίδια παλιών σπιτιών και τρέφεται με μεγάλα έντομα που πιάνει σε χέρσες περιοχές και σε μη εντατικές, παραδοσιακές καλλιέργειες. Η ΕΟΕ, με χρηματοδότηση της Βρετανικής Εταιρείας Προστασίας των Πουλιών (RSPB), μελέτησε την κατάσταση του είδους στην Ελλάδα το 1994 και 1995 και εντόπισε σημαντικούς πληθυσμούς, ιδίως στη Θεσσαλία. Παράλληλα, έχουν γίνει και ορισμένες δοκιμαστικές εφαρμογές τεχνητών φωλιών.
Λεπτομύτα
Ενα από τα πιο σπάνια πουλιά του κόσμου. Ο πληθυσμός της ίσως να μην ξεπερνά τις λίγες δεκάδες άτομα. Τα περισσότερα από αυτά περνούν από την Ελλάδα κυρίως από το Δέλτα του Εβρου. Η ΕΟΕ συμμετέχει σε πρόγραμμα LIFE που άρχισε το 1996, μαζί με το Υπουργείο Γεωργίας, το ΕΚΒΥ και το Ινστιτούτο Φυσικής Ιστορίας του Βελγίου και επικεντρώνεται σε έξι ελληνικούς υγρότοπους.
Αιγαιόγλαρος
Η εντατική έρευνα της ΕΟΕ στο Αιγαίο τα δύο τελευταία χρόνια έριξε φως στη μέχρι τώρα άγνωστη κατάσταση του είδους στην Ελλάδα, αφού ανακαλύφθηκαν περισσότερες από 15 νέες αποικίες. Τα αποτελέσματα της έρευνας της ΕΟΕ οδήγησαν στην εκπόνηση ειδικού προγράμματος για προστασία, που χρηματοδοτήθηκε από το LIFE και ξεκίνησε την άνοιξη 1997.
Κάλλια

Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2012

Νίκος Καζαντζάκης

Ο Νίκος Καζαντζάκης γεννήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 1883 στο Ηράκλειο της Κρήτης, το οποίο εκείνη την εποχή αποτελούσε ακόμα μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο πατέρας του, Μιχάλης, ήταν έμπορος γεωργικών προϊόντων και καταγόταν από τους Βαρβάρους, όπου σήμερα βρίσκεται το Μουσείο Καζαντζάκη. Αφού ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στην γενέτειρά του και τη Νάξο, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1902 για να σπουδάσει νομικά.
Το 1906 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά γράμματα με το δοκίμιο «H Αρρώστια του Αιώνος» και το πρώτο του μυθιστόρημα «Όφις και Kρίνο». Το 1907 ξεκίνησε μεταπτυχιακές σπουδές στα νομικά, στο Παρίσι. Παράλληλα, παρακολούθησε τις διαλέξεις του υπαρξιστή φιλόσοφου Ανρί Μπερξόν και μελέτησε το έργο του Νίτσε. Και οι δύο αυτοί φιλόσοφοι άσκησαν τεράστια επίδραση πάνω του.
Μέσω του σωματείου αυτού συνδέθηκε φιλικά το 1914, με τον ποιητή Άγγελο Σικελιανό. Μαζί ταξίδεψαν στο Άγιο Όρος, όπου διέμειναν περίπου σαράντα ημέρες, ενώ περιηγήθηκαν και σε πολλά ακόμα μέρη της Ελλάδας. Την περίοδο αυτή, ήρθε σε επαφή και με το έργο του Δάντη, τον οποίο ο ίδιος χαρακτηρίζει στα ημερολόγιά του ως έναν από τους δασκάλους του, μαζί με τον Όμηρο και τον Μπερξόν. Με τον Σικελιανό ονειρεύονται τη δημιουργία μιας νέας θρησκείας.
Τον Οκτώβριο του 1916 πραγματοποιεί το πρώτο του επιχειρηματικό βήμα. Ταξιδεύει στη Θεσσαλονίκη για να υπογράψει ένα συμβόλαιο για την αποκομιδή ξυλείας από το Άγιο Όρος. Τον επόμενο χρόνο προσπαθεί να εκμεταλλευτεί ένα λιγνιτωρυχείο στην Πελοπόννησο και προσλαμβάνει έναν εργάτη ονόματι Γιώργη Ζορμπά. Οι εμπειρίες αυτές θα μετουσιωθούν αργότερα στο μυθιστόρημα «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», που αναφέρεται στη φιλία ενός διανοούμενου μ' έναν πρωτόγονο λαϊκό άνθρωπο, γεμάτο όρεξη για ζωή. Ο χαρακτήρας του Ζορμπά είναι η προσωποποίηση της μπερξονικής ιδέας της «ζωικής ορμής». Το 1918 γνωρίζει και συνδέεται αισθηματικά με την Έλλη Λαμπρίδου.
Από τα νεανικά του χρόνιαν ο νους του Καζαντζάκη είναι ανήσυχος, η ψυχή του βασανίζεται από αγωνίες και από προβλήματα θεμελιακά, μια αγωνία μεταφυσική και υπαρξιακή, όπως τονίζουν οι μελετητές του έργου του. Ανησυχίες θρησκευτικές τυραννούν τον άπιστο αυτό νιτσεϊστή. Ιδιαίτερα η μορφή του Χριστού –«αυτή η ένωση, η τόσο μυστηριώδης και τόσο πραγματική του ανθρώπου και του Θεού», όπως γράφει σ' ένα γράμμα του– τον παρακολουθεί σαν έμμονη ιδέα από τα νεανικά του χρόνια ως το τέλος της ζωής του. 



 Πηγή:www.sansimera.gr
Τάσος

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2012

Λαγγόνα, Βασιλαετός



Η Λαγγόνα είναι υδρόβιο πουλί που συγγενεύει με τον κορμοράνο, αλλά είναι πολύ πιο μικρόσωμο από αυτόν. Το μήκος του σώματος της φτάνει τα 45-50εκ. και το άνοιγμα των φτερών της τα 80-90εκ. Το πτέρωμά της είναι σκούρο καφέ, σχεδόν μαύρο, ενώ το κεφάλι της είναι καφετί. Έχει κοντό ράμφος και μακριά ουρά. Το θηλυκό και το αρσενικό μοιάζουν μεταξύ τους αρκετά.
Βασιλαετός (Aquila heliaca) είναι ο σπανιότερος αετός της Ελλάδας και ένα από τα σπανιότερα αρπακτικά πουλιά των χωρών της Μεσογείου. Τρέφεται με τρωκτικά, ερπετά και άλλα μικρά ζώα, που πιάνει με τα δυνατά νύχια και το ράμφος του. Κάθε ζευγάρι γεννά 2-3 αυγά. Υπολογίζεται ότι στη χώρα μας υπάρχουν 10 ζευγάρια βασιλαετών, 6 από αυτά στα δάση της ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Συνολικά στο κόσμο έχουν βρεθεί 600 με 900 ζευγάρια. Η δραματική μείωση του αριθμού αυτών των πανέμορφων και τόσο χρήσιμων πουλιών, οφείλεται στο παράνομο κυνήγι, στα γεωργικά δηλητήρια και στη συρρίκνωση των δασών.
Έχει ύψος 78-85 εκ. και είναι ένας από τους πιο σπάνιους αετούς της Ελλάδος. Κινδυνεύει άμεσα να εξαφανιστεί. Φωλιάζει σε δέντρα, πάντα σε χαμηλό υψόμετρο , συχνά στην περιφέρεια μεγάλων υγρότοπων και τρέφεται κυρίως με μικρά θηλαστικά.
Παναγιώτης

Η βλάστηση της Ελλάδας

Στην Ελλάδα, λόγω του πολύμορφου ανάγλυφου (οροσειρές, βουνά, οροπέδια, πεδιάδες κ.λπ.) έχουμε μεγάλη ποικιλία φυτών, δηλαδή πλούσια χλωρίδα.
Ταυτόχρονα το ανάγλυφο αυτό δημιουργεί διαφορετικά υψόμετρα με αποτέλεσμα σε πολλές περιοχές του τόπου μας να παρατηρούνται μεγάλες διαφορές στις βροχοπτώσεις και στη θερμοκρασία. Αυτές οι διαφορετικές τοπικές συνθήκες συμβάλλουν στη μικρή ή μεγάλη ανάπτυξη των φυτών της περιοχής. Δηλαδή δημιουργούν πλούσια ή φτωχή βλάστηση στην περιοχή.
Όπως αναφέραμε, το διαφορετικό ανάγλυφο διαμορφώνει ειδικές τοπικές συνθήκες, οι οποίες καθορίζουν το είδος της βλάστησης που μπορεί να αναπτυχθεί σε μια περιοχή. Τα διαφορετικά είδη βλάστησης, τα οποία παρατηρούνται στη χώρα μας, σχηματίζουν τις εξής ζώνες βλάστησης:
Η μεσογειακή ζώνη βλάστησης (μακία)
Η ζώνη αυτή εκτείνεται κατά μήκος των ακτών της Ελλάδας και στα νησιά του Ιονίου και του Αιγαίου Πελάγους. Στις περιοχές αυτές υπάρχουν 
φρύγανα (αγκαθωτοί ημίθαμνοι),θυμάρι, χαλέπι, πουρνάρια κ.λπ. και το υψόμετρο φθάνει περίπου μέχρι 600 μ..


Παραμεσογειακή ζώνη βλάστησης
Ως συνέχεια της προηγούμενης ζώνης συναντάμε την παραμεσογειακή ζώνη, στην οποία κυριαρχούν τα φυλλοβόλα πλατύφυλλα δάση. Η ζώνη αυτή εκτείνεται στις περιοχές που έχουν υψόμετρο από 600 μ. έως 1200 μ..

Ζώνη ψυχρόβιων κωνοφόρων
Η ζώνη αυτή βρίσκεται στα υψηλά όρη της Βόρειας Ελλάδας σε υψόμετρο μεγαλύτερο από 800 μ. και αποτελείται από ψυχρόβια κωνοφόρα δέντρα. Εδώ συναντάμε δάση της δασικής πεύκης, της ερυθρελάτης και της λευκής ελάτης.
Ζώνη δασών οξυάς – ελάτης και κωνοφόρων (ορεινή, υπαλπική)
Η ζώνη αυτή εκτείνεται στις ορεινές περιοχές τις Στερεάς Ελλάδας, της Πελοποννήσου, καθώς και της κεντρικής και βόρειας Ελλάδας. Σ' αυτήν συναντάμε κυρίως την καστανιά
,

την ελάτη 
και την οξιά, 
οι οποίες σχηματίζουν μικτά ή απλά δάση. Το υψόμετρο εδώ ανέρχεται έως 1.700 — 1.800 μ..
Ζώνη υψηλών ορέων (αλπική)
Τη συναντάμε στα υψηλά όρη της χώρας μας και σε υψόμετρα από 1.700 έως 2.900 μ.. Αποτελείται από ποώδη κυρίως βλάστηση, με διάσπαρτους μικρούς θάμνους, όπως η ξεραγκαθιά και πολλά είδη από πανέμορφα αγριολούλουδα.


Γεωγραφικό γλωσσάριο
Βλάστηση: ο τρόπος, με τον οποίο αναπτύσσονται οι φυτικοί οργανισμοί σε μια περιοχή
Ποώδης βλάστηση: τα χαμηλά φυτά
Ψυχρόβιο φυτό: το φυτό που αναπτύσσεται σε μεγάλα υψόμετρα με σχετικά χαμηλές θερμοκρασίες όλο το χρόνο

Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012

Κιρκινέζι (Falco naumanni)

Το κιρκινέζι (Falco naumanni), ένα γεράκι που μοιάζει πολύ με το βραχοκιρκίνεζο (Falco tinnunculus), το κοινότερο γεράκι στην Ελλάδα και την Ευρώπη, συμπεριλαμβάνεται στα παγκόσμια απειλούμενα είδη. Η κατηγοριοποίηση αυτή δεν γίνεται πιστευτή από τους κατοίκους ορισμένων χωριών της Θεσσαλίας, της Τρίπολης, των Ιωαννίνων και του Γαλαξιδίου.
Όλοι όμως συμφωνούν με τη διαπίστωση της BirdLife International ότι τις τελευταίες δεκαετίες η μείωση των πληθυσμών του είναι ραγδαία. Εξάλλου, από πολλά άλλα χωριά έχει ήδη εξαφανιστεί, όπως και από πολλές χώρες της Ευρώπης.
Όταν κανείς ξεκινάει την παρατήρηση πουλιών, ένα από τα πρώτα πουλιά που μαθαίνει να ξεχωρίζει είναι το βραχοκιρκίνεζο και με αυτό ως πρότυπο ταυτοποιεί τα υπόλοιπα γεράκια. Συγκρίνει το μέγεθος, το χρώμα, τα σχέδια στην ουρά, το μέγεθος της οφθαλμικής λωρίδας, τον τρόπο πετάγματος κ.λπ.. Το κιρκινέζι όμως, είναι πραγματικά δύσκολο για τον αρχάριο παρατηρητή πουλιών.
Οι διαφορές του από το παρόμοιο και πολύ συγγενικό του βραχοκιρκίνεζο είναι οι εξής: Είναι πιο ανοικτόχρωμο από κάτω, τα χρώματα από πάνω είναι πιο απαλά και στο αρσενικό, τα δευτερεύοντα καλυπτήρια στις φτερούγιες έχουν μπλε-γκρι χρώμα. Το πέταγμά του είναι πιο ενεργό, ενώ ο μετεωρισμός (πέταγμα επί τόπου για την αναζήτηση της λείας) διαρκεί έως 6 δευτερόλεπτα. Τότε μπορούμε επίσης να διακρίνουμε, ότι η ουρά του είναι γωνιώδης καθώς τα δύο μεσαία εξωτερικά πηδαλιούχα (μεγάλα φτερά της ουράς) είναι μεγαλύτερα.

Τον χειμώνα είναι απίθανο να τα δούμε στη χώρα μας, εκτός από εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις. Νωρίς την άνοιξη, όταν επιστρέφουν από την Αφρική όπου ξεχειμώνιασαν, θα τα δούμε σε μεγάλες ομάδες σε στήλους της ΔΕΗ ή του ΟΤΕ, ή όλα μαζί σε μεμονωμένα δέντρα στον κάμπο.
Μετά διασπείρονται στις θέσεις αναπαραγωγής. Η μεγάλη πλειοψηφία συγκεντρώνεται στα χωριά, όπου φωλιάζουν σε παλιά σπίτια ή αποθήκες. Πολλές φορές συγκεντρώνονται πολλές δεκάδες σε μια παλιά αποθήκη.
Η φωλιά τους είναι πρόχειρη, χωρίς συγκέντρωση υλικών. Εκμεταλλεύονται κάθε δυνατή θέση. Στη Θεσσαλία τα εντοπίσαμε να φωλιάζουν σε περιστερώνα, μαζί με δεκάδες περιστέρια. Πολύ λίγα εξακολουθούν να φωλιάζουν σε άγρια περιβάλλοντα, όπως σε τρύπες βράχων, σε ορθοπλαγιές, σε τρύπες δέντρων και σε παλιές φωλιές από κουρούνες.
Στο τέλος του καλοκαιριού, μετά την αυτονόμηση των νεοσσών, μαζεύονται σε μεγάλες ομάδες και κουρνιάζουν το βράδυ όλα μαζί σε συστάδες δέντρων, δίπλα ή μέσα στα χωριά στη Θεσσαλία, ή σε πάρκα όπως στην Τρίπολη ή στα Γιάννενα. Αυτή την εποχή παρατηρούνται ομάδες πολλών εκατοντάδων σε μερικές περιοχές.
Μεταναστεύουν σε ευρύ μέτωπο προς την Αφρική αλλά δεν γνωρίζουμε ακόμη τους μεταναστευτικούς διαδρόμους και τον ακριβή τόπο προορισμού των πληθυσμών που αναπαράγονται στην Ελλάδα. Οι δακτυλιώσεις που έκανε η Ορνιθολογική δεν έχουν ακόμη αποδώσει.
Η εξάπλωση του είδους περιλαμβάνει όλες τις ανοικτές περιοχές της Παλαιοαρκτικής (από Ισπανία έως την ΒΑ Κίνα και την Β. Αφρική) με στεπικού τύπου ενδιαιτήματα, καλλιέργειες σιτηρών, λιβάδια, φρύγανα και ξηρές ανοικτές μερικώς δασοσκεπείς εκτάσεις.
Οι μεγάλες εκτάσεις με σιταροχώραφα μοιάζουν με τη στέπα. Θα μπορούσαμε να τις ονομάσουμε ψευδοστεπικές. Τα κιρκινέζια προσαρμόστηκαν άριστα σε αυτές. Όπως και στα ανοικτά τοπία στις στέπες και στις σαβάνες κυνηγάει ακρίδες και τον αγαπημένο του "μεζέ", τους κρεμυδοφάγους (Grylotalpidae).
Σε ένα μικρό ποσοστό η διατροφή του περιλαμβάνει ποντίκια και σαύρες. Όταν οι αγρότες καίνε τις καλαμιές, τα βλέπουμε μαζί με τους πελαργούς να κυνηγάνε τα ποντίκια και τις ακρίδες που προσπαθούν να ξεφύγουν.
Οι αγρότες το ξέρουν αυτό και τα προστατεύουν. Καθώς όμως η σχέση των κατοίκων της υπαίθρου με τη γη δεν είναι αυτή που ήταν παλαιότερα, οι νέοι έχουν συχνά άγνοια για τη φύση γύρω τους. Πολλές αποικίες στη χώρα μας εξοντώθηκαν με τα αεροβόλα για διασκέδαση.
Δεν είναι όμως η μόνη απειλή. Ένα βασικό πρόβλημα σήμερα στη χώρα μας είναι η μείωση των ασφαλών θέσεων αναπαραγωγής. Τα παλιά πληθόκτιστα σπίτια και οι αποθήκες γκρεμίζονται. Τα κεραμίδια αντικαθίστανται από πλάκες ή σκεπές νέας μορφής που δεν αφήνουν καμμιά τρύπα, ενώ κανείς δεν σκέφτεται να αφήσει γείσο για το φώλιασμα χελιδονιών, περιστεριών και κιρκινεζιών.
Οι αλλαγές στη γεωργία με την εντατικοποίηση των καλλιεργειών, τις αρδεύσεις, τη χρήση εντομοκτόνων, την καταστροφή των φυτοφρακτών και των χέρσων εκτάσεων, έχουν περιορίσει τη διαθέσιμη τροφή για το κιρκινέζι. Τα λιβάδια και οι αγραναπαύσεις που είναι οι καλύτεροι χώροι διατροφής στον κάμπο, περιορίζονται, δίνοντας τη θέση τους σε εντατικές αρδευόμενες καλλιέργειες.
Σε άλλες περιοχές η υπερβόσκηση και η καταστροφή της βλάστησης έχει δημιουργήσει σοβαρό πρόβλημα λόγω διάβρωσης, ενώ σε λοφώδεις και ορεινές, η εγκατάλειψη της κτηνοτροφίας οδηγεί σε πύκνωση της βλάστησης, καθιστώντας ακατάλληλο το ενδιαίτημα για το είδος.
Τα ίδια προβλήματα αντιμετωπίζουν όλα τα εντομοφάγα είδη των αγροτικών εκτάσεων όπως τα χελιδόνια, η χαλκοκουρούνα, οι κουκουβάγιες, το δενδρογέρακο κ.λπ..
Δεν γνωρίζουμε ακόμη αν η χρήση εντομοκτόνων και άλλων φυτοφαρμάκων επηρεάζουν την αναπαραγωγή του είδους, ούτε ποιές είναι ακριβώς οι απειλές για το είδος στις περιοχές της Αφρικής όπου ξεχειμωνιάζει. Σήμερα πια δεν μπορεί να είναι κανείς σίγουρος για πράγματα αυτονόητα: ότι τα χελιδόνια και τα κιρκινέζια θα ξανάρθουν την άνοιξη, ότι θα γεννήσουν αυγά που θα εκκολαφθούν, ότι θα μεγαλώσουν κανονικά τους νεοσσούς τους...
Η Ορνιθολογική μελετά το είδος συστηματικά, κάνει δακτυλιώσεις και συγκεντρώνει στοιχεία εδώ και 5 χρόνια. Έτσι, έχει εντοπίσει τις μεγαλύτερες αποικίες σε περισσότερους από 15 νομούς. Το κιρκινέζι είναι η σημαία μας για τη διατήρηση του περιβάλλοντος στις αγροτικές εκτάσεις. Επειδή λοιπόν κάθε πληροφορία για τη σημερινή ή την παλαιότερη εξάπλωσή του είναι πολύτιμη, μπορείτε να επικοινωνείτε με τον συντάκτη αυτού του άρθρου στα γραφεία της Θεσσαλονίκης.
Πηγή:www.ornithologikh.gr
Τάσος

Αιγαιόγλαρος (Larus audouinii)


Ο Αιγαιόγλαρος (Larus audouinii) είναι ο μόνος γλάρος που απαντάται αποκλειστικά στη Μεσόγειο. Εκ πρώτης όψεως, μοιάζει πολύ με ένα κοινό είδος γλάρου, τον Ασημόγλαρο (Larus cachinnans), με άσπρο σώμα και γκρίζες φτερούγες με μαύρες άκρες. Είναι όμως λίγο μικρότερος (50εκ.), με κόκκινο ράμφος και σκούρα πόδια και επιπλέον, στον αέρα είναι πιό φίνος και ευκίνητος.
Από το 1997 η Ορνιθολογική διεξάγει τριετές πρόγραμμα LIFE για την προστασία του Αιγαιόγλαρου που περιλαμβάνει τόσο άμεσες δράσεις όσο και την προετοιμασία διαχειριστικών προτάσεων για έξι περιοχές του δικτύου Natura 2000 στις οποίες απαντάται το είδος. Άμεσος στόχος είναι η μείωση της ενόχλησης στις αποικίες ωοτοκίας μέσω της φύλλαξης, της έρευνας της αναπαραγωγικής δραστηριότητας των πουλιών και της παρακολούθησης της ανθρώπινης παρουσίας. Έχουν επίσης γίνει ενέργειες για να εμποδιστεί η προσέγγιση των κοπαδιών στις αποικίες (χτίσιμο ξερολιθιών και μετακίνηση αιγοπροβάτων). Παράλληλα, διεξάγεται πρόγραμμα ευαισθητοποίησης και ενημέρωσης των τοπικών αρχών, κατοίκων και τουριστών μέσω συναντήσεων, έντυπου υλικού και εγκατάστασης δύο κέντρων πληροφόρησης.
Μετά από ένα χρόνο διεξαγωγής του προγράμματος εκτιμάται ότι υπάρχουν στην Ελλάδα περίπου 600 ζευγάρια Αιγαιόγλαρων σε πάνω από 20 μικρές διάσπαρτες αποικίες, που είναι ο μεγαλύτερος πληθυσμός στην ανατολική Μεσόγειο. Στόχος της Ορνιθολογικής είναι να επεκταθούν οι δράσεις και η έρευνα σε όλες τις περιοχές όπου απαντώνται Αιγαιόγλαροι, αξιοποιώντας το είδος για την ανάδειξη και την προστασία της μοναδικής φύσης του Αιγαίου.
 Όλγα

Γυπαετός (Gypaetus barbatus)




Ένα από τα πλέον σπάνια αρπακτικά που φιλοξενεί η χώρα μας είναι και ο Γυπαετός, ένα πουλί των ορεινών οικοσυστημάτων. Το επιστημονικό του όνομα είναι Gypaetus barbatus, όπου barbatus σημαίνει μουστακαλής και το πήρε από το μουστάκι που εύκολα διακρίνεται στις δύο πλευρές του ράμφους του.

Ο Γυπαετός είναι το μοναδικό πλάσμα στον κόσμο που τρέφεται σχεδόν αποκλειστικά (70-90%) με κόκαλα. Στην Κρήτη οι βοσκοί δικαίως το έχουν ονομάσει Κοκαλα, καθώς γνωρίζουν τη συνήθειά του να σπάει τα μεγαλύτερα κόκαλα σε βραχώδεις πλαγιές τι "σπάστρες", με μία χαρακτηριστική τεχνική. Τα πετάει από μεγάλο ύψος σε βραχώδεις απότομες πλαγιές, ακολουθώντας τα από πίσω με μία σπειροειδή κάθοδο, διαδικασία την οποία επαναλαμβάνει ώσπου τελικά να σπάσουν τα κόκαλα.
Στη συνέχεια τρώει τα κομμάτια ξεκινώντας από το μεδούλι. Τα μικρότερα κόκαλα τα καταπίνει ολόκληρα και το στομάχι του με τα πανίσχυρα γαστρικά υγρά, τα χωνεύει με ευκολία. Πολλές φορές, όταν καταπίνει ένα μακρύ κόκκαλο, ενώ η μία άκρη του βρίσκεται έξω από το στόμα του, έχει αρχίσει η πέψη της άλλης άκρης που βρίσκεται στο στομάχι του. Αυτή η διατροφική του συνήθεια φαντάζει περιέργη αλλά, από τη στιγμή που έχει λυθεί το πρόβλημα της πέψης των κοκάλων, αυτά αποτελούν μια πολύ θρεπτική τροφή, εύκολα αποθηκεύσιμη, για την οποία το πουλί δεν έχει ανταγωνιστές.

Στις αρχές του αιώνα ο Γυπαετός είχε πλέον εξαφανιστεί από τις περισσότερες χώρες της Ευρώπης και σήμερα επιβιώνουν απομονωμένοι μεταξύ τους πληθυσμοί στα Πυρηναία και στην Κορσική, ενώ στις Αλπεις το είδος έχει επανεισαχθεί τα τελευταία 13 χρόνια. Στην Ελλάδα ήταν αρκετά κοινός και ζούσε σε όλες σχεδόν τις βραχώδεις περιοχές, τόσο της ηπειρωτικής όσο και της νησιωτικής χώρας, με πιο γνωστό το παράδειγμα της Ρόδου όπου τον ονόμαζαν "Χαλιναρά" γιατί τα μουστάκια του θυμίζουν χαλινάρια.
Σήμερα η χώρα μας φιλοξενεί στην Κρήτη και παρά τη μείωση, τον μεγαλύτερο νησιώτικό πληθυσμό του κόσμου με 12 επικράτειες, 10 εκ των οποίων διατηρούν ζευγάρια. Όμως, στην ηπειρωτική Ελλάδα τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά. Το είδος έχει γνωρίσει μια πρωτοφανή μείωση του πληθυσμού του, με αποτέλεσμα από κοινό είδος των βουνών μας, τη δεκαετία του '80 να υπάρχουν μόνο 5-11 ζευγάρια, για να φτάσουμε σήμερα να απαριθμούμε μία επικράτεια στο Όρος Τζένα και ενδεχομένως άλλη μία στη νότια Πίνδο. Με λίγα λόγια έχουμε φτάσει στο σημείο να ομολογούμε ότι το είδος δεν έχει ελπίδες να συνεχίσει να πετάει στο μέλλον στα βουνά της ηπειρωτικής Ελλάδας.
Όλγα


Λαγγόνα (Phalacrocorax pygmeus)

Η Λαγγόνα (Phalacrocorax pygmeus) ανήκει μαζί με άλλα 36 είδη στην οικογένεια των Φαλακροκορακίδων. Είναι το μικρότερο σε μέγεθος είδος της οικογένειας, με μήκος σώματος 45-55 εκ. και άνοιγμα πτερύγων 80-90 εκ.. Το χρώμα του σώματός της είναι μαύρο ενώ του κεφαλιού της καφετί. Έχει μακριά ουρά και μικρό κεφάλι και ράμφος.
Ζει σε υγροτόπους με στάσιμα ή λίγο ρέοντα ρηχά γλυκά νερά και σπανιότερα, το χειμώνα, σε παράκτιους υγροτόπους. Φωλιάζει κατά αποικίες σε καλαμιώνες ή σε πυκνά δένδρα, μόνο του ή με ερωδιούς, Κορμοράνους, Χουλιαρομύτες κ.ά.. Τρέφεται με μικρά ψάρια και σπανιότερα με μικρά υδρόβια θηλαστικά και καρκινοειδή που πιάνει βουτώντας.
Γεννάει την άνοιξη 3-6 αυγά που επωάζουν εναλλάξ και οι δύο γονείς για 27-30 ημέρες. Οι νεοσσοί ανεξαρτοποιούνται σε ηλικία 70 περίπου ημερών.
Το είδος χαρακτηρίζεται ως κινδυνεύον σύμφωνα με το Ελληνικό Κόκκινο Βιβλίο, περιλαμβάνεται στο Παράρτημα Ι της Οδηγίας 79/409/ΕΟΚ για την προστασία των πουλιών και των βιοτόπων τους και σε παγκόσμιο επίπεδο, χαρακτηρίζεται ως Σχεδόν Απειλούμενο.
Η παγκόσμια κατανομή της Λαγγόνας που παλαιότερα απλωνόταν από την Αλγερία έως την Αράλη, σήμερα περιορίζεται στις ανατολικές ακτές της Αδριατικής, το βόρειο Αιγαίο, τη Μαύρη Θάλασσα ώς την Κασπία αλλά και στο Ιράκ. Οι χώρες στις οποίες πλέον αναπαράγεται είναι οι Αλβανία, Ελλάδα, Βουλγαρία, Τουρκία, Ρουμανία, Μολδαβία, Ουκρανία, Ρωσία, Αζερμπαϊτζάν και Ιράκ, ενώ λίγα ζευγάρια αναπαράγονται στην Ουγγαρία και στη Σλοβακία.
Ο αναπαραγόμενος πληθυσμός του είδους στην Ευρώπη, εκτιμάται σε 6.400 έως 7.300 ζευγάρια, ενώ η μεγαλύτερη αποικία του βρίσκεται στο Δέλτα του Δούναβη, με περίπου 4.000 ζευγάρια.
Οι αναπαραγόμενοι στα Βαλκάνια πληθυσμοί διαχειμάζουν στις ΒΑ ακτές της Μεσογείου, κυρίως στο Β. Αιγαίο και στις ΝΑ ακτές της Αδριατικής καθώς και στις εσωτερικές λίμνες της περιοχής. Δακτυλιωμένα άτομα από το Δούναβη εντοπίστηκαν στο Δέλτα του Νέστου και στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Οι αναπαραγόμενοι στη Μαύρη Θάλασσα πληθυσμοί ενδεχομένως διαχειμάζουν στην Τουρκία, ενώ ο πληθυσμός της Κασπίας μετακινείται το χειμώνα νοτιότερα.
Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα της Ε.Ε. όπου αναπαράγεται η Λαγγόνα. Στις Λίμνες Μικρή Πρέσπα και Κερκίνη βρίσκονται οι σημαντικότερες αποικίες της, ενώ υπάρχει κι ένας μικρός πληθυσμός στη Λίμνη Πετρών. Παλαιότερα, φώλιαζε και στο Δέλτα του Αξιού, στις Λίμνες Ισμαρίδα και Καστοριάς, στο Δέλτα του Έβρου και στο Πόρτο Λάγος. Οι σημαντικότερες περιοχές διαχείμασης στην Ελλάδα είναι κυρίως οι μεγάλοι υγρότοποι της Θράκης και της Μακεδονίας.
Οι κυριότεροι λόγοι μείωσης των πληθυσμών της Λαγγόνας τα τελευταία έτη, είναι η αποξήρανση και η σοβαρή υποβάθμιση των υγροτόπων, η ρύπανση των γλυκών νερών, η ενόχληση και η καταστροφή των παρόχθιων δασών, καθώς και το παράνομο κυνήγι και ο πνιγμός πολλών Λαγγόνων σε δίχτυα.
Όλγα

Βασιλαετός (Aquila heliaca)


Ο Βασιλαετός (Aquila heliaca) είναι ένα από τα σπανιότερα αρπακτικά πουλιά της Ευρώπης με κατανομή από τη νοτιοανατολική Ευρώπη έως τη λίμνη Βαϊκάλη και το βόρειο Πακιστάν. Στην Ευρώπη το είδος εμφανίζεται κυρίως στα Καρπάθια, στα νότια και ανατολικά Βαλκάνια, στους λόφους και στις στέπες της νοτιοανατολικής Ουκρανίας και της Ρωσίας.
Η εκτίμηση του ευρωπαϊκού πληθυσμού του Βασιλαετού ήταν μέχρι πρόσφατα 363-604 ζευγάρια. Οι τελευταίες όμως έρευνες στην άγνωστη φύση της ανατολικής Ευρώπης, ανατρέπουν αυτά τα δεδομένα, καθώς μόνο στην Ευρωπαϊκή Ρωσία, ο πληθυσμός του είδους εκτιμάται πλέον σε 600-900 ζευγάρια. Έτσι, λογικό επακόλουθο ήταν να προταθεί, ώστε το είδος να μη θεωρείται ως Τρωτό σε παγκόσμιο επίπεδο, αφού το όριο γι’ αυτό είναι μόνο 1000 άτομα.
Στα νότια όμως της εξάπλωσής του, ο Βασιλαετός αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα και η μείωση των πληθυσμών του συνεχίζεται. Στην Ελλάδα, κατατάσσεται, βάσει του Κόκκινου Βιβλίου, στα Κινδυνεύοντα Eίδη και είναι πλέον αμφίβολο εάν εξακολουθεί να φωλιάζει.
Το είδος βέβαια εξακολουθεί, παρά τη συνεχή μείωση, να φωλιάζει στις γειτονικές χώρες (εκτός ίσως από την Αλβανία) με περίπου 15 ζευγάρια στην ΠΓΔΜ, 20-25 ζευγάρια στη Βουλγαρία και 10-50 ζευγάρια στην Τουρκία.
O Βασιλαετός είναι κυρίως αποδημητικό είδος και σημαντικό μέρος του ευρωπαϊκού πληθυσμού του, ξεχειμωνιάζει στη Μέση Ανατολή. Στην Ελλάδα, άτομα από βορειότερες χώρες, στην πλειοψηφία τους ανώριμα, επισκέπτονται και μερικά ξεχειμωνιάζουν, σ’ αρκετούς μεγάλους υγροτόπους όπως το Δέλτα του Καλαμά, τη Λίμνη Κερκίνη, τηλιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου και τα Δέλτα του Έβρου και του Αξιού αλλά και την Κρήτη. Κατά τη μετανάστευση παρατηρείται, πάντα σε μικρούς αριθμούς, ακόμη και στην Πελοπόννησο αλλά και σε μερικά νησιά.
Ο Βασιλαετός ήταν παλιότερα πολύ πιο διαδεδομένος σαν αναπαραγόμενο είδος στην Ελλάδα. Κατά τον περασμένα αιώνα, οι Reiser, Kruper, Lilford, Lindermayer, Erhard και άλλοι ερευνητές, έβλεπαν το είδος να αναπαράγεται στις πεδινές περιοχές της βόρειας και κεντρικής χώρας, συμπεριλαμβανομένων της Αττικής, της Ακαρνανίας και της Θεσσαλίας. Την ίδια εποχή επίσης υπάρχουν παρατηρήσεις του είδους στην Πελοπόννησο, στην Εύβοια και στα Ιόνια Νησιά, αν και φώλιασμα σ’ αυτές τις περιοχές δεν αποδείχτηκε ποτέ.
Τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, ο Βασιλαετός διατηρούσε καλούς πληθυσμούς φωλιάζοντας στις παρυφές των πεδιάδων της κεντρικής και βόρειας Ελλάδας, ευνοημένος από τις παραδοσιακές χρήσεις γης και ιδιαίτερα την κτηνοτροφία στις πεδινές και ημιορεινές περιοχές. Αυτή η κατάσταση επικράτησε έως και τη δεκαετία του ‘40, κατά τη διάρκεια της οποίας, μόνο γύρω από τη Θεσσαλονίκη, όπως αναφέρει ο Makatsch, υπήρχαν 25 ζευγάρια, κυρίως στην περιοχή του τριπλού Δέλτα Αξιού-Λουδία-Αλιάκμονα.
Η κατάσταση όμως αρχίζει ν’ αλλάζει μετά τον πόλεμο, με την αποξήρανση των υγροτόπων, την εντατικοποίηση της γεωργίας και τη σταδιακή εγκατάλειψη της κτηνοτροφίας στη χαμηλή ζώνη, που αποτελεί τον χώρο του Βασιλαετού.
Η αντικατάσταση των πλούσιων παραδοσιακών αγροτικών τοπίων από μονοκαλλιέργειες, οδήγησε στη μείωση των πληθυσμών των ειδών, όπως οι Λαγόγυροι, που αποτελούν την τροφή του και έχει συμβάλλει στην αφαίρεση πολλών ώριμων δέντρων που χρησιμεύουν για το φώλιασμα του είδους. Πιθανώς, την πιο δυσμενή επίδραση στο είδος έχει η δραματική μείωση των πεδινών δασών και η αποξήρανση των υγροτόπων.
Συνέπεια των σημαντικών αυτών αλλαγών στην ελληνική ύπαιθρο είναι η δραματική μείωση των πληθυσμών του Βασιλαετού κατά τη δεκαετία του ’60. Στις δεκαετίες του ‘70 και ‘80 το είδος εξακολουθεί να φωλιάζει κυρίως στη Θράκη και ίσως στη Μακεδονία και σύμφωνα με έρευνες, κατά το 1980-85 ο ελληνικός πληθυσμός του εκτιμάται σε 6-10 ζευγάρια. Το 1986 μόνο δύο ζευγάρια απέμεναν στην περιοχή του Έβρου, ενώ το τελευταίο επιβεβαιωμένο φώλιασμα, έγινε στο δάσος της Δαδιάς το 1991.
Στα τέλη Ιουνίου 1996, κατά τη διάρκεια έρευνας πεδίου από μέλη της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας, παρατηρήθηκαν δύο ενήλικα και ένα ανώριμο άτομο Βασιλαετού στα Όρη Τσαμαντά, στα σύνορα με την Αλβανία. Το 1997 στα πλαίσια ερευνητικού προγράμματος για τον Βασιλαετό, επαναδιαπιστώθηκε η παρουσία του στην περιοχή με την παρατήρηση δύο ενήλικων ατόμων στις 18 Απριλίου 1997. Στη συνέχεια όμως, και παρ’ όλη την προσπάθεια οι Βασιλαετοί δεν ξαναεντοπίσθηκαν.
Ο Βασιλαετός φυσικά προστατεύεται από το νόμο (Απόφαση 414985/1985 ΥΠΓΕ), αλλά η πραγματικότητα αποδεικνύει το ακριβώς αντίθετο. Το γεγονός ότι συχνάζει σε πεδινές, ευκολοπρόσιτες περιοχές, τον καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτο στο κυνήγι. Δεν είναι τυχαίο ότι το ΕΚΠΑΖ λαμβάνει σχεδόν κάθε χρόνο από έναν πυροβολημένο νεαρό Βασιλαετό, φτάνοντας τα 10 άτομα στα 15 χρόνια λειτουργίας του, αριθμός ιδιαίτερα μεγάλος για ένα τόσο σπάνιο πουλί.

Επειδή ευκαιριακά τρέφεται και με ψοφίμια, ο Βασιλαετός είναι πολύ ευάλωτος (όπως άλλωστε και άλλα μεγάλα αρπακτικά), στα δηλητηριασμένα δολώματα που χρησιμοποιούνται για την καταπολέμηση σαρκοφάγων θηλαστικών όπως η αλεπού και ο λύκος. Υπάρχουν βάσιμες υποψίες ότι το τελευταίο ζευγάρι που φώλιασε στο δάσος της Δαδιάς, εξοντώθηκε από δηλητήριο. Κατά τη διάρκεια της έρευνας του 1997, υπήρξε ένα πολύ σοβαρό περιστατικό με δόλωμα στον Τσαμαντά όπου βρέθηκαν νεκροί δύο Ασπροπάρηδες (Neophron percnopterus), προβληματίζοντας τα μέλη της αποστολής για την τύχη των δύο Βασιλαετών.
Σημαντικές απειλές σε άλλες χώρες και η θανάτωση Βασιλαετών σε ηλεκτροφόρα σύρματα και σε δόκανα, αλλά δεν είναι γνωστό αν έχουν εμφανιστεί τέτοια περιστατικά στην Ελλάδα. Έντονος επίσης είναι ο προβληματισμός για την εμπορία αυγών και ατόμων, που σε άλλες χώρες δυστυχώς ανθίζει. Στη χώρα μας, είναι άγνωστη η έκταση του προβλήματος, καθώς δεν υπάρχει οργανωμένη φύλαξη. Παρ’ όλα αυτά τα τελευταία χρόνια πολλαπλασιάζονται τα κρούσματα εμπορίας ειδών της άγριας πανίδας, κυρίως από αλλοδαπούς.
Παρ’ όλα αυτά, με βάση την εμπειρία που αποκτήθηκε από την έρευνα του 1997, προκύπτει ότι οι περιοχές στις οποίες έγιναν επισκέψεις διατηρούν σε μεγάλο βαθμό αυτά τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που απαιτεί ο Βασιλαετός και ότι με την κατάλληλη διαχείριση και λήψη μέτρων, που προκύπτουν από το Σχέδιο Δράσης, ίσως μπορέσει στο μέλλον το είδος να επαναεγκαταστήσει έναν αναπαραγωγικό πληθυσμό.
Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια οι παρατηρήσεις ενήλικων Βασιλαετών πυκνώνουν. Αρχές Μαρτίου 1999, δύο ενήλικοι παρατηρήθηκαν να παίζουν στην περιοχή ανάμεσα σε Παρνασσό και Γκιώνα, ενώ την ίδια περίπου στιγμή στη Δαδιά ένα μέλος ζευγαριού Βασιλαετών παρατηρήθηκε να κουβαλάει κλαδί. Οι ενδείξεις αυτές, παρότι αυτή τη στιγμή δεν είναι δόκιμο να εξαχθούν συμπεράσματα, έχουν γεμίσει με ελπίδες του Έλληνες ορνιθολόγους για το ενδεχόμενο το είδος να ξαναφωλιάσει στη χώρα μας. Εμείς θα είμαστε έτοιμοι να το προστατεύσουμε.
Όλγα